Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

ΑΚΟΥ ΑΡΧΙΤΣΟΓΛΑΝΕ. (Επετειακό)


Άκου αρχιτσόγλανε....
Ξέρω πως δεν με ξέρεις. Μα σε θυμάμαι όμως εγώ καλά. Μού έχει μείνει χαραγμένη στο μυαλό μου η φάτσα σου, απ’ την εφηβική μου ηλικία. Από τότε που έκρυβα τη φωτογραφία σου που είχα κόψει από μια εφημερίδα, στις εσωτερικές του τετραδίου μου σελίδες,, και την κοιτούσα με μεγάλο θαυμασμό. Και την κουνούσα αργότερα στις διαδηλώσεις της επαρχιακής μου πόλης, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, φωνάζοντας πως «το Πολυτεχνείο ζει» και «δώστε τη χούντα στο λαό». Ένας έφηβος που η μορφή σου γέμιζε τα μάτια του και φούσκωνε την ψυχή του "γιατί ήσουν λέει ο αγωνιστής του πολυτεχνείου, αυτός που τα 'βαλε με το θηρίο του φασισμού".
Μου ’λεγε η μακαρίτισσα η μάνα μου «Θεός σχορέστη» όταν αργούσα κάποια βράδια τότε απ’ τα συλλαλητήρια, τι θες εσύ εκεί παιδάκι μου, όλοι αυτοί για το συμφέρον τους φωνάζουν. Κι εγώ της έλεγα με την ορμή της νιό της μου: Τι λες ρε μάνα, κοίταξε τη καπνόριζα εσύ. Όλοι ετούτοι είναι ήρωες, που πολεμάνε τα σκυλιά του καπιταλισμού. Και κράταγα πάντα τη μορφή σου στη ψυχή μου σαν κάτι όμορφο και σαν κάτι δυνατό και την είχα καμάρι μου και φυλαχτό μου. Και όλα ετούτα εδώ εγώ, δε τα εξαργύρωσα ποτέ. Μόνο εσύ τα είχες όλα καλά σχεδιασμένα.
Και ξέρω τώρα πως με ξέρεις καλά. Είμαι εκείνος ο γκριζομάλλης που τρία χρόνια περιμένει τη σύνταξη, και πριν λίγες μέρες φώναζε στο σύνταγμα τα ίδια συνθήματα που φώναζες τότε εσύ παλιά. Δεν είχε φαντάρους τώρα, είχε αστυνομικούς, και ήταν τα δακρυγόνα τα ιδία ληγμένα όπως παλιά. Και κάτι νεαροί διπλά μου συμπλήρωναν ότι η "χούντα δεν τέλειωσε το 73", αλλά εγώ δεν ήθελα να το φωνάξω αυτό, γιατί εγώ θυμόμουν ότι κάποιοι γνήσιοι, πάλεψαν για να τελειώσει... Γιατί εγώ νόμιζα ότι κάτι ήρωες την είχαν τελειώσει πια. Αμ δε. Τώρα εσύ ο ψευτοήρωας αντικατέστησες τη χούντα, και μάλιστα από καθέδρας στο σπίτι της Δημοκρατίας -το ίδιο το κοινοβούλιο- και έκανες τις αρπαχτές. Και είμαι λες μικρή μειοψηφία που αντιστέκεται. Ναι όπως τότε λέγανε αυτοί για σένα. Κι είσαι εσύ ο ίδιος που θα άλλαζες τη χώρα.
Άκου αρχιτσόγλανε. Πριν λίγα χρόνια σ’ είχα ανταμώσει εκεί στον ιερό το χώρο του πολυτεχνείου, που σαν επιτροπή του κόμματος κατέθετες στεφάνι. Ξέρω πως φέτος δεν θα ’ρθεις. Μα επειδή το θράσος σου είναι μεγάλο εγώ απ’ το πρωί θα στήσω καραούλι εκεί. Να ξεσκεπάσω τον ύποπτο ξεπουλημένο ρόλο σου , για να σου βάλω το στεφάνι εκεί που ξέρεις, και να αφήσω το παρακάτω ποίημα μου, για τους γνήσιους αγωνιστές.
                           ΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ.
Κοιτάζουν οι αγωνιστές θλιμμένοι από μια άκρη
αυτοί που 'κάναν κάποτε σημαία την ιδέα,
πνίγουν μέσα στ' απόβραδο το παγωμένο δάκρυ
γιατί όλα αυτά τους φαίνονται ψεύτικα και χυδαία.
Μένουν εκεί σιωπηλοί μες τη σκιά των άλλων
σέρνονται οι ιδέες τους καταμεσής του δρόμου,
δελτία αντιπαροχής γίναν κάποιων ΄΄μεγάλων΄΄
κι αναπολούνε τη νυχτιά του μίσους και του τρόμου.
Τους είδα άλλη μια φορά κλεισμένους εκεί μέσα
παρείσακτους κι ανώνυμους ονείρων δεσμοφύλακες,
να λεν σε τούτη τη ζωή πως δεν υπάρχει μπέσα
την εξουσία θα κρατούν πάντοτε χωροφύλακες.


Τους είδα άλλη μια φορά, αλλόφρονες κι ωραίοι
στρατιώτες που στηρίξανε του δίκιου το βασίλειο.
Η λευτεριά και η αρχοντιά στο αίμα τους να ρέει
ν'ανοίγουν το πουκάμισο, και ν'αγναντεύεις ήλιο.
Μπούτιβας Κώστας – Καστρινός.

Δεν υπάρχουν σχόλια :